Τελευταία Νέα:

ΗΡΩΝ

Η κρίσιμη ηλικία για την καρδιά στους άνδρες και γιατί ο κίνδυνος εμφανίζεται νωρίτερα σε σχέση με τις γυναίκες


Τι δείχνει νέα μελέτη για την καρδιαγγειακή νόσο σε άνδρες και γυναίκες – Ποια ηλικία είναι η επικίνδυνη


Οι άνδρες φαίνεται να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου αρκετά χρόνια νωρίτερα σε σύγκριση με τις γυναίκες, με την απόκλιση να ξεκινά ήδη από την ηλικία των 35 ετών, σύμφωνα με νέα μακροχρόνια επιστημονική μελέτη.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American Heart Association, παρακολούθησε περισσότερους από 5.000 ενήλικες από τη νεαρή ενήλικη ζωή τους και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνδρες φτάνουν σε κλινικά σημαντικά επίπεδα καρδιαγγειακής νόσου περίπου επτά χρόνια νωρίτερα από τις γυναίκες.

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες θα πρέπει να παρακολουθούν την καρδιακή τους υγεία από νωρίς και να επισκέπτονται τακτικά τον γιατρό τους. Όπως επισημαίνει η συν-συγγραφέας της μελέτης, δρ Σαντίγια Καν, καθηγήτρια καρδιαγγειακής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Northwestern στο Σικάγο, η καρδιοπάθεια δεν εμφανίζεται ξαφνικά, αλλά αναπτύσσεται σταδιακά, συχνά ήδη από τη δεκαετία των 30 ή των 40 ετών.

Η λεγόμενη «διαφορά των 10 ετών» μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου έχει συνδεθεί κυρίως με τη στεφανιαία νόσο, δηλαδή τη στένωση ή απόφραξη των αρτηριών της καρδιάς λόγω συσσώρευσης πλάκας. Ωστόσο, η νέα μελέτη εξέτασε ευρύτερα το φάσμα των καρδιαγγειακών παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων της καρδιακής ανεπάρκειας και του εγκεφαλικού επεισοδίου.

Τα δεδομένα προήλθαν από τη μελέτη Coronary Artery Risk Development in Young Adults, η οποία ξεκίνησε το 1985-1986 και παρακολούθησε 5.112 συμμετέχοντες ηλικίας 18 έως 30 ετών σε τέσσερις πολιτείες των ΗΠΑ. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν υγιείς κατά την ένταξή τους στη μελέτη και παρακολουθήθηκαν για διάμεσο χρονικό διάστημα 34,1 ετών. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, 227 άνδρες και 160 γυναίκες εμφάνισαν καρδιαγγειακό επεισόδιο.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα προέκυψε από την ανάλυση κυλιόμενων δεκαετών περιόδων κινδύνου. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας των 30, άνδρες και γυναίκες είχαν παρόμοιο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο. Γύρω στα 35, όμως, ο κίνδυνος άρχισε να διαφοροποιείται, με τους άνδρες να εμφανίζουν σταθερά υψηλότερο δεκαετή κίνδυνο. Ενδεικτικά, στην ηλικία των 50 ετών, ο δεκαετής κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου ήταν περίπου 6% για τους άνδρες, έναντι 3% για τις γυναίκες.

Στη στεφανιαία νόσο, η διαφορά ήταν ακόμη πιο έντονη: περίπου το 2% των ανδρών είχε εμφανίσει τη νόσο έως τα 48 έτη, ενώ οι γυναίκες έφτασαν στο ίδιο ποσοστό κοντά στα 58, επιβεβαιώνοντας τη διαφορά της δεκαετίας. Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε ουσιαστική διαφορά φύλου στον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ στην καρδιακή ανεπάρκεια οι άνδρες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερη συχνότητα έως τα 65.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η διαφορά δεν εξηγείται πλήρως από παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, όπως η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη ή το κάπνισμα. Άλλοι παράγοντες, όπως κοινωνικές και βιολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, εκτιμάται ότι παίζουν ρόλο, αλλά χρειάζονται περαιτέρω μελέτες.

Παρά τα ευρήματα, οι ειδικοί τονίζουν ότι και οι γυναίκες δεν πρέπει να εφησυχάζουν. Η καρδιοπάθεια παραμένει μία από τις βασικές αιτίες θανάτου και για τα δύο φύλα, ενώ μετά την εμμηνόπαυση ο κίνδυνος για τις γυναίκες αυξάνεται ταχύτερα, πιθανόν λόγω της μείωσης των προστατευτικών επιπέδων οιστρογόνων.

Η μελέτη έρχεται σε μια περίοδο όπου οι κατευθυντήριες οδηγίες στις ΗΠΑ αρχίζουν να μετατοπίζονται προς την πρώιμη εκτίμηση κινδύνου, επιτρέποντας υπολογισμούς καρδιαγγειακού κινδύνου ήδη από τα 30 έτη. Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι οι νεαροί άνδρες επισκέπτονται σπανιότερα τον γιατρό για προληπτικούς ελέγχους, γεγονός που ενδέχεται να καθυστερεί τη διάγνωση και την πρόληψη.

Οι ειδικοί συστήνουν τακτικό έλεγχο αρτηριακής πίεσης, χοληστερόλης και σακχάρου, υιοθέτηση υγιεινής διατροφής, σωματική άσκηση, επαρκή ύπνο και αποφυγή καπνίσματος, επισημαίνοντας ότι η πρόληψη από τη νεαρή ενήλικη ζωή μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τον μελλοντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.