Τελευταία Νέα:

ΗΡΩΝ

Από τα ιστορικά αρχεία της Θέρμης: Η ξεχασμένη υποχρέωση της προσωπικής εργασίας



ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
(για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι)

 

«Περί της εκτελέσεως έργων κοινής ωφελείας...»

Η υλοποίηση έργων προς όφελος των κατοίκων υπήρξε ανέκαθεν υποχρέωση διαφόρων υπηρεσιών της κεντρικής ελληνικής διοίκησης ή των κατά τόπους δήμων και, σε παλαιότερες εποχές, των κοινοτήτων, των νομαρχών, των επάρχων ή και του μηχανικού του στρατού (αναμφίβολα οι παλαιότεροι θυμούνται την περίφημη ΜΟΜΑ).

Η διάθεση υπήρχε, ενίοτε και ο σωστός προγραμματισμός, εκείνο που συνήθως έλειπε ήταν τα χρήματα και τα εργατικά χέρια. Στα χρήματα θα αναφερθούμε άλλη φορά· σήμερα θα γράψουμε λίγα λόγια για τα εργατικά χέρια, αξιοποιώντας ως πηγή τα ιστορικά στοιχεία που ανακύπτουν από τη μελέτη του αρχειακού υλικού του Δήμου Θέρμης, την οργάνωση του οποίου επιχειρεί, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, ομάδα εργασίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Αφορμή για το παρόν άρθρο στάθηκε μία εξαιρετικά επείγουσα οδηγία του νομάρχη Θεσσαλονίκης Α. Καπιτσίνη προς τους προέδρους των κοινοτήτων του νομού, με ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 1928. Ο νομάρχης, αφού εκθειάζει την υποχρέωση των κοινοτικών συμβουλίων να εξασφαλίζουν τους πόρους για τα απαραίτητα έργα κοινής ωφέλειας, κάνει στη συνέχεια αναφορά στην ανάγκη επιβολής της «προσωπικής εργασίας» εκ μέρους των κατοίκων για την εκτέλεσή τους. Η «προσωπική εργασία», παλαιότερα γνωστή και ως «αγγαρεία», υπήρξε μια πάγια πρακτική που εφάρμοσε το ελληνικό κράτος ήδη από τον 19ο αι. προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα κάθε φορά,αλλά δυσεύρετα εργατικά χέρια. 

Για να εντοπίσουμε τη θέσπιση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να ανατρέξουμε πολύ πίσω, σε διάταγμα του βασιλιά Όθωνα του 1852, το οποίο προέβλεπε ότι κάθε ενήλικος άνδρας ήταν υποχρεωμένος να εργαστεί σε έργα οδοποιίας για δώδεκα ημέρες το πολύ κατ’ έτος.Από την υποχρέωση εξαιρούνταν ιερείς, δήμαρχοι, πάρεδροι, ξένοι υπήκοοι και η φρουρά (εννοείταιηβασιλική φρουρά εκείνης της εποχής). Όσοι αρνούνταν την υποχρέωση, επιβαρύνονταν με την καταβολή στο κοινοτικό ταμείο των αντίστοιχων ημερομισθίων σε χρήμα.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον 20ό αι. Η χρονιά που αποστέλλεται το έγγραφό μας (1928) εντάσσεται στην περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, εποχή που χαρακτηρίζεται από έντονη κρατική κινητοποίηση για την υλοποίηση μεγάλων δημόσιων έργων υποδομής σε αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Επομένως υπήρχε και μεγάλη ανάγκη να βρεθούν οι απαραίτητοι εργάτες, χωρίς όμως να επιβαρυνθούν υπέρογκα το δημόσιο και τα κοινοτικά ταμεία. Η υποχρεωτική προσωπική εργασία –γηγενών και προσφύγων– ήταν, επομένως, ένα από τα μέτρα που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από το κράτος, παρά το γεγονός ότι υπήρξε πάντα ένα μέτρο καθόλου δημοφιλές στους κατοίκους. Συχνά, επιστρατεύονταν ακόμη και οι ιερείς, μετά την κυριακάτικη λειτουργία, ώστε να παροτρύνουν τους πιστούς να μη νιώθουν ως αγγαρεία την προσωπική εργασία, εκθειάζοντας τα οφέλη που προέκυπταν από την προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, ο νομάρχης Θεσσαλονίκης αναγκάζεται να παρατηρήσει πως μόνο τα 2/3 των κοινοτήτων του νομού ξεκίνησαν έγκαιρα την εκτέλεση έργων μέσω της προσωπικής εργασίας «και μετά δραστηριότητος και ζήλου αξίων παντός επαίνου εφαρμόζουσιν αυτήν», κατάφεραν δε με την πραγματοποίηση πολλών χιλιάδων ημερομισθίων να κατασκευάσουν αμαξιτούς δρόμους (δηλ. χαλικόδρομους στην καλύτερη περίπτωση, κατάλληλους για την κίνηση των κάρων της εποχής) που συνέδεαν τα χωριά τους με τον δημόσιο δρόμο, να επισκευάσουν γέφυρες για τη διευκόλυνση της μεταφοράς των γεωργικών προϊόντων τους, να υψώσουν αναχώματα για να προλάβουν την υπερχείλιση των ποταμών σώζοντας έτσι τους αγρούς και τα σπίτια τους, να ανοίξουν χαντάκια για την απορροή των όμβριων υδάτων, να αποξηράνουν μικρά έλη, να οικοδομήσουν κοινοτικές αποθήκες και κτήρια, να ευπρεπίσουν την πλατεία της κοινότητάς τους, να φυτέψουν δέντρα, να περιφράξουν τα κοιμητήρια και άλλα παρόμοια. Μέσα από αυτή την απαρίθμηση των εργασιών αποτυπώνεται μια ενδεικτική εικόνα των έργων που όφειλαν να φέρουν σε πέρας οι τοπικές κοινότητες εκείνη την εποχή.

Πολλές φορές οι κάτοικοι υποχρεώνονταν σε κοινωφελή εργασία μαζί με τα οχήματα και τα ζώα τους, κυρίως άλογα και ιπποειδή, που ήταν χρήσιμα για τη μεταφορά ανθρώπων και υλικών. Από σχετική απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου Θέρμης πληροφορούμαστε πως για το έτος 1945-46 επιβλήθηκε σε κάθε άνδρα από 18 έως 50 ετών υποχρεωτική προσωπική εργασία 5 ημερών και σε κάθε όχημα ή ζώο εργασία 2 ημερών. Το αντίτιμο για όσους αρνούνταν να εργαστούν ορίστηκε σε 200 δρχ.για κάθε ημέρα, ενώ για τα ζώα και τα οχήματα μαζί με τους ιδιοκτήτες τους σε 500 δρχ. για κάθε ημέρα, ποσά που έπρεπε να κατατεθούν στο κοινοτικό ταμείο. Τα χρήματα αυτά όφειλε ο πρόεδρος της κοινότητας να αξιοποιήσει για την κατασκευή των κοινοτικών έργων.

Η πρακτική της προσωπικής εργασίας συνέχισε να εφαρμόζεται για πολλά ακόμη χρόνια, με μεγαλύτερη ένταση κατά τη δεκαετία του 1950, οπότε πολλά από τα κοινοτικά έργα προέβλεπαν, στη μελέτη κατασκευής τους, την εφαρμογή του μέτρου. Η οριστική απαγόρευσή της ήρθε με το Σύνταγμα του 1975 και από την επόμενη χρονιά σταμάτησε να εφαρμόζεται. Το κοινοτικό συμβούλιο της Θέρμης αποφάσισε τότε να διαγράψει και τα χρέη των κατοίκων που είχαν συσσωρευτεί από τη μη καταβολή του αντίστοιχου αντιτίμου. Έτσι, η προσωπική εργασία, ή «αγγαρεία», αποτέλεσε για πάνω από έναν αιώνα ένα χρήσιμο εργαλείο του κρατικού μηχανισμού για την εκτέλεση έργων τοπικής εμβέλειας, αλλά και ένα είδος έμμεσης φορολόγησης των κατοίκων υπέρ των κοινοτικών εσόδων. Στο θέμα θα επανέλθουμε.

Ελευθερία Μαντά
Αναπληρώτρια καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας, ΑΠΘ
Διευθύντρια του ΠΜΣ Νεώτερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ΕΑΠ


Δείτε ακόμη: