Τελευταία Νέα:

9/11/1980: Έγκλημα για λίγες δραχμές

Ο 62χρονος συνταξιούχος Νικόλαος Βλαχόπουλος ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος. Ζούσε μόνος του στις Τζιτζιφιές από τότε που χώρισε από την σύζυγό του, ήταν απόμακρος και καχύποπτος, ακόμη και με τους ίδιους τους συγγενείς του. 


Πίστευε ότι όλοι ήθελαν να τον εκμεταλλευτούν και να του πάρουν τα λεφτά, που, όπως έλεγαν οι φήμες, περίσσευαν. Η μόνη που πήγαινε στο σπίτι του ήταν η γυναίκα που του πήγαινε φαγητό. Ανάμεσα στη μεσημεριανή και απογευματινή επίσκεψή της βρήκαν την ευκαιρία και τον σκότωσαν για να τον ληστέψουν, στις 9 Νοεμβρίου 1980.
Ήταν 7 και μισή το απόγευμα όταν η 35χρονη Μαρία Κολωνιάρη του πήγε φαγητό στο σπίτι, στην οδό Αθηνάς 18. Η είσοδος της αυλής ήταν σκοτεινή, καθώς η λάμπα στην εξώπορτα δεν ήταν αναμμένη όπως κάθε μέρα. 

Η γυναίκα φοβήθηκε και φώναξε τον άνδρα της. Κάποιοι είχαν κατεβάσει το διακόπτη. Και, όπως φάνηκε, είχαν τους λόγους τους. Η πόρτα στον πρώτο όροφο ήταν μισάνοιχτη και σπασμένη και μέσα στο διαμέρισμα ο άτυχος συνταξιούχος του υπουργείου δημοσίων έργων ήταν νεκρός πάνω στο κρεβάτι.


Το ζευγάρι ειδοποίησε την Αστυνομία. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας διαπίστωσαν ότι ο 62χρονος άνδρας είχε βασανιστεί, πριν δολοφονηθεί άγρια. Οι δράστες του είχαν φράξει το στόμα με την άκρη ενός σεντονιού που έφτανε μέχρι το λαρύγγι, ενώ του είχαν σπάσει τα δόντια. Στο πρόσωπο, το λαιμό και την κοιλιά ήταν φανερά τα ίχνη από άγρια χτυπήματα. Όλοι οι χώροι του σπιτιού ήταν αναστατωμένοι.



Τα συρτάρια από τα κομοδίνα ήταν αναποδογυρισμένα, δύο βαλίτσες και ένας σωρός ρούχα πεταμένα στο πάτωμα. Όλα έδειχναν ότι κίνητρο ήταν η ληστεία. Οι δολοφόνοι τον βασάνισαν για να τους αποκαλύψει πού έκρυβε τα λεφτά του. Ο ιατροδικαστής Πάνος Γιαμαρέλλος διαπίστωσε στο νεκροτομείο ότι οι δράστες τον είχαν χτυπήσει με γροθιές και κλωτσιές στο πρόσωπο και του είχαν σπάσει την κάτω γνάθο. Ο θάνατός του είχε επέλθει από ασφυξία.

Οι έρευνες για την εξιχνίαση του εγκλήματος άρχισαν από το περιβάλλον του θύματος. Αλλά ποιο περιβάλλον; Η γειτονιά μίλησε για έναν παράξενο άνθρωπο, που δεν είχε πολλά – πολλά με κανέναν και με δυσκολία έλεγε «καλημέρα». Δούλευε ως μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος στην πολεοδομία της Θεσσαλονίκης και της Λάρισας και αργότερα μετατέθηκε στην Αθήνα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε.
Η πρώην σύζυγός του, από την οποία είχε χωρίσει τουλάχιστον επτά χρόνια πριν, δεν τον είχε επισκεφτεί ποτέ. Μόνο ο αδελφός του πήγαινε στο σπίτι του, κι αυτός σπανίως. Ο 62χρονος συνταξιούχος διπλοκλείδωνε την πόρτα και δεν έβγαινε ποτέ. Στην τράπεζα είχε καταθέσεις 400.000 δραχμών, ενώ στο σπίτι είχαν βρεθεί δύο χιλιάρικα κρυμμένα στις σελίδες ενός βιβλίου και οκτώ επιταγές ύψους 120.000 δραχμών από τη σύνταξη του που δεν είχε εισπράξει. Παρέμενε άγνωστο τι είχαν αρπάξει οι δολοφόνοι. Πάντως όλοι ήξεραν ότι είχε γερό «κομπόδεμα».
Οι αστυνομικοί εξέτασαν και την 35χρονη γυναίκα που του πήγαινε φαγητό και πληρωνόταν με 6.000 δραχμές το μήνα. Διαπίστωσαν ότι δεν είχε σχέση με το έγκλημα. Όμως, όταν την ρώτησαν ποιοι μπορεί να ήξεραν ότι ο Βλαχόπουλος ίσως έκρυβε χρήματα στο σπίτι, τους έδωσε μια πληροφορία, που αποδείχθηκε «κλειδί» για την άκρη του νήματος. Σε ανύποπτη στιγμή είχε πει σε έναν συνάδελφο του συζύγου της, τον 34χρονο Χρήστο Παναγιωτίδη, ότι με τα χρήματα που κέρδιζε μαγειρεύοντας για τον συνταξιούχο, εξασφάλιζε το ενοίκιο του σπιτιού της οικογένειάς της. Και του αποκάλυψε ακόμη ότι στο σπίτι του είχε δει κατά καιρούς χρυσές λίρες.

Οι αστυνομικοί αναζήτησαν τον 34χρονο οικοδόμο, αλλά έμαθαν ότι είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί στη γειτονιά του στον Καρέα, όπου είχε νοικιάσει σπίτι. Τον εντόπισαν στο χωριό του, το Δωρικό Έβρου και τον προσήγαγαν στην Αθήνα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου. Ομολόγησε ότι η ιδέα της ληστείας ήταν δική του και την μοιράστηκε με δύο αδέλφια συναδέλφους του από τη Λαμία, τον 29χρονο Γιώργο και τον 24χρονο Δημήτρη Μαργάζη. Πήγαν και οι τρεις στο σπίτι του 62χρονου συνταξιούχου στις Τζιτζιφιές και, χωρίς να σκεφτούν στιγμή ότι ήταν μέρα – μεσημέρι, έσπασαν την πόρτα, ξηλώνοντάς την κυριολεκτικά από την κάσα.

Μόλις τον σκότωσαν, έκαναν άνω – κάτω όλο το σπίτι, για να βρουν τις πολυπόθητες λίρες, αλλά μάταια. Βρήκαν «μερικά ψιλά» και απογοητευμένοι έφυγαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.
«Σκέφτηκα πολλές φορές να έρθω να παραδοθώ γιατί είχα τύψεις, αλλά φοβόμουν», είπε ο ίδιος στους αστυνομικούς. Είχε κατεβεί από τον Έβρο στην Αθήνα τέσσερις μήνες πριν, για να δουλέψει οικοδομή και εκεί γνώρισε τον σύζυγο της Μαρίας Κολωνιάρη. Μετά την ομολογία του Παναγιωτίδη, συνελήφθησαν και τα δύο αδέλφια στη Λαμία.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1980 έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος, παρουσία του εισαγγελέα Δημοσθένη Κορδοπάτη. Εκατοντάδες γείτονες είχαν συγκεντρωθεί για να δουν από κοντά και να αποδοκιμάσουν τους τρεις κατηγορούμενους, που έριχναν ο ένας στον άλλο τα βάρη της δολοφονίας. Μετά τις απολογίες τους στον ανακριτή οδηγήθηκαν στη φυλακή.
Νίκος Τσέφλιος

Δεν υπάρχουν σχόλια